Google+

Λάθος Πορτρέτο *

Leave a comment

January 8, 2013 by easy'n cosy

Ο Γουόλτερ Σκοτ βγήκε τρέχοντας έξω στην οδό Elm Row. Σα να άκουσε ταχυδρόμο. Κι όμως. Κοίταξε το γραμματοκιβώτιο, άδειο. Κοίταξε τριγύρω μήπως ερχόταν εκείνη την ώρα, τίποτα. Του είχε γίνει εμμονή.

Ζωγράφος ο ίδιος άλλων εποχών. Τη δεκαετία του ογδόντα ζωγράφισε κάποια από τα πιο διάσημα πορτρέτα της εποχής. Από την βασίλισσα Ελισάβετ και τη Μάργκαρετ Θάτσερ, μέχρι αυτό του Φρανσουά Μιτεράν. Κάθε μεγάλος ηγέτης ήθελε να έχει ένα πορτρέτο φιλοτεχνημένο από τον Γουόλτερ Σκοτ, έναν Σκωτσέζο ζωγράφο που ζούσε στο Παρίσι εκείνη την εποχή. Όπως κάθε καλλιτέχνης που σέβεται τον εαυτό του, έτσι κι ο Γουόλτερ Σκοτ είχε την χειρότερη δυνατή σχέση με το χρήμα. Έτσι, στα εβδομήντα-εφτά του πλέον, ζούσε με την δόξα του παρελθόντος να μην μπορεί να του αγοράσει ούτε ένα παγωμένο πάιντ μπύρας σε κάποια από τις παμπ του Εδιμβούργου. Τα μόνα του έσοδα, μια πενιχρή σύνταξη που έφτανε ίσα ίσα για ένα πιάτο φαγητό και για τα γραμματόσημα.

p20121113-155510

Εμμονή του ήταν η Μάριον. Μια μικροκαμωμένη πιτσιρίκα Γαλλίδα –ήταν δεν ήταν είκοσι-ενός- που είχε ενθουσιαστεί μαζί του όταν σε κάποιο μουσείο του Παρισιού που είχε επισκεφτεί με το σχολείο, είδε μερικά από τα πορτρέτα του γέρου ζωγράφου που τα είχαν μαζέψει για κάποια έκθεση. Από δίπλα είχαν και μια μικρή φωτογραφία του ασπρόμαυρη άλλων δεκαετιών που τον έδειχνε ευθυτενή να κρατάει ένα πινέλο και να ποζάρει με περισσή βλοσυρότητα στον φακό. Αυτό ήταν. Η μικρή Μάριον ερωτεύτηκε. Έψαξε στο διαδίκτυο και βρήκε περισσότερα στοιχεία. Η τελευταία φωτογραφία του που υπήρχε στο google ήταν τουλάχιστον είκοσι χρόνων πίσω. Έψαξε καλύτερα. Έμαθε από μια αναφορά σε κάποιο καλλιτεχνικό περιοδικό ότι τα τελευταία χρόνια ο γέρος ζωγράφος ζούσε πίσω στο πατρικό του σπίτι, κάπου στο Εδιμβούργο. Αυτό ήταν. Με λίγη τύχη και χάρη σε κάποια φιλία της μητέρας της με έναν ιδιοκτήτη γκαλερί, βρήκε και τη διεύθυνσή του. Έβαλε κάτω χαρτί και στυλό και του έγραψε ένα διθυραμβικό γράμμα για το πόσο η ζωγραφική του έχει επηρεάσει τη ζωή της και πως ο ρεαλισμός στους πίνακές του αποτυπώνεται και στην στάση ζωής της. Μαζί με το γράμμα, εσώκλεισε και μια φωτογραφία της όπως ανέφερε «για να ξέρει με ποια αλληλογραφεί».

Ο γέρος διαβάζοντας το γράμμα ένα χαζό χαμόγελο σκέπασε τη ρυτιδιασμένη του φάτσα το οποίο συνοδεύτηκε από ένα χαμένο βλέμμα στο άπειρο για κανένα πεντάλεπτο, μέχρι που τον συνέφερε η γυναίκα του. Έκρυψε ασυναίσθητα τη φωτογραφία της κοπέλας και αναφέρθηκε απλώς στο γράμμα. Άλλωστε, τέτοιου είδους γράμματα πριν από κάποιες δεκαετίες ήταν σχεδόν καθημερινό φαινόμενο. Όμως τώρα, είχαν αραιώσει επικίνδυνα. Μέχρι που ήρθε αυτό και για έναν περίεργο λόγο, τον έκανε να νιώσει ξανά δεκαοχτώ. Ειδικά η φωτογραφία, με το γλυκό εκείνο προσωπάκι να του χαμογελάει, του φάνηκε πιο σέξυ και από διάσημες ντίβες του παρελθόντος που είχε την ευκαιρία να τις δει γυμνές να του ποζάρουν. Πήρε χαρτί και στυλό και έγραψε:

Αγαπητή Μάριον,

Είναι τιμή μου που ένα νέο και τόσο όμορφο κορίτσι απολαμβάνει την ζωγραφική μου. Άλλωστε ακόμα και η εξωτερική ομορφιά που έχει ο καθένας είναι διαμορφωμένη από τις ομορφιές που κρύβει η ψυχή του. Η λάμψη που έχει το βλέμμα σου μπορεί να σαγηνεύσει και ερωτευμένο. Το στήθος σου μπορεί να φιλοξενήσει τα πιο υγρά όνειρα. Και τα χέρια σου! Αυτά τα χέρια σου, μπορούν να κρατήσουν με σιγουριά την ευτυχία σφιχτά και να την χαρίσουν σε όποιον μόνο αυτά θέλουν. 

Μακάρι να μπορούσα να σε ζωγραφίσω. Τι κρίμα που βρίσκεσαι τόσο μακριά. Αν ποτέ σε φέρει ο δρόμος προς τους σκοτεινούς αλλά γεμάτους θρύλους και οράματα δρόμους του Εδιμβούργου, θα ήταν μεγάλη μου χαρά να σε συναντήσω και να σε ζωγραφίσω.

Γοητευμένος,

Γουόλτερ Σκοτ

Η απάντηση ήρθε άμεσα, συνοδεία μιας μεγάλης υπόσχεσης να τον συναντήσει μια μέρα στο Εδιμβούργο και να την ζωγραφίσει γυμνή. Μαζί και μια ακόμη φωτογραφία της νεαρής Γαλλίδας. Την έδειχνε να ποζάρει ακουμπώντας αισθησιακά σε κάποιον τοίχο φορώντας μόνο τα εσώρουχά της και σημείωση από πίσω «για να έχετε μια καλύτερη ιδέα τι θα ζωγραφίσετε όταν συναντηθούμε».

Saudek15

Ο Γουόλτερ Σκοτ άρχισε να χάνει το μυαλό του. Κάποιοι το λένε γεροντοέρωτα. Αυτός ένιωθε πιο νέος από ποτέ. Ερωτευμένος σαν έφηβος. Δεν ήξερε αν είχε ερωτευθεί ποτέ ξανά έτσι. Με τέτοια ένταση. Ήθελε όσο τίποτε άλλο να δει γυμνή την Μάριον. Να τη σφίξει στην αγκαλιά του. Να νιώσει την απαλή της επιδερμίδα πάνω στα τραχιά χέρια του. Την σκέφτεται νύχτα και μέρα. Εικοσιτετράωρα ολόκληρα. Την βλέπει στον ύπνο του να κάνουν έρωτα σε παραλίες της νότιας Γαλλίας. Διαβάζει καθημερινά τον Scotsman και τα γράμματα κυλούν μπροστά στα μάτια του γράφοντας μόνο το όνομά της.

Ανταλλάσσουν αλληλογραφία κι ας το ημερολόγιο γράφει 2012. Κι ας η τεχνολογία έχει κάνει θαύματα και φέρνει ανθρώπους απ’ τις άκρες της γης να σμίγουν. Αυτοί παραμένουν παραδοσιακοί. Και ο γέρος ζωγράφος κάθε πρωί, μαζί με την εφημερίδα του, ψάχνει απεγνωσμένα για ένα της γράμμα. Ας είναι κενό. Ας μη γράφει τίποτα. Μόνο να έρχεται απ’ αυτήν. Να ξέρει ότι το άγγιξε. Με τα χέρια εκείνα που άγγιζε πριν λίγο τα μαλλιά της. Και όταν έβλεπε μόνο την εφημερίδα στο γραμματοκιβώτιο, σκοτείνιαζε.

Είχε να πιάσει τα πινέλα του κάπου δυο χρόνια, από τότε που άρχισε η αρρώστια. Οι γιατροί διέγνωσαν πάρκινσον. Από τότε δεν είχε ζωγραφίσει, ούτε θα ξαναζωγράφιζε ποτέ. Και τα γράμματα που αντάλλασσαν όσο περνούσε ο καιρός έμοιαζαν και περισσότερο καλλιγραφικά. Κι όμως, ήταν απλώς κουνημένα. Σε σημείο που μετά από λίγους μήνες αλληλογραφίας να μην βγάζει σχεδόν νόημα η Μάριον.

Ώσπου ένα δευτεριάτικο πρωινό, βρίσκει τον ταχυδρόμο στην πόρτα. Του χαμογελάει καλημερίζοντάς τον «έχεις γράμμα από Γαλλία». Τότε ο Γουόλτερ Σκοτ άστραψε το πιο φωτεινό του χαμόγελο. Η ημέρα του είχε ήδη φτιάξει. Κι ας είχε μείον εφτά βαθμούς έξω. Κι ας φυσούσε ο αέρας ακατάπαυστα σα να ήθελε να ξηλώσει απ’ τη ρίζα όλες τις αμαρτίες που κρυβόταν στην πόλη αυτή –κι ήταν πολλές. Το άνοιξε με χέρια τρεμάμενα. Όχι μόνο από αγωνία αλλά από το πάρκινσον που τον είχε εξουθενώσει. Έπιανε τα πινέλα με μανία να σταθεροποιήσει το χέρι του πάνω στον καμβά αλλά τίποτα. Κρατούσε το δεξί του χέρι με το αριστερό μήπως και, αλλά και πάλι τίποτα. Έπινε μια σειρά από ροφήματα με διάφορα βότανα που τον ηρεμούσανε και έπιανε ξανά τα πινέλα του αλλά μάταια. Με το που σκεφτότανε το κορμί της Μάριον η ένταση τον κυρίευε και το χέρι του δεν έβρισκε στόχο.

Άνοιξε το γράμμα της και το ακούμπησε πάνω στο γραφείο του για να το διαβάσει. Του έλεγε πως είχε βγάλει εισιτήρια κι ερχόταν στο Εδιμβούργο, για να τον συναντήσει και να τη ζωγραφίσει. Τόσο ανάμεικτα συναισθήματα δεν είχε ποτέ του. Ήθελε να τη συναντήσει όσο κανέναν άλλο. Ήθελε να την πάρει και να πάνε να μείνουν σε κάστρο μεσαιωνικό στα βάθη της Σκωτίας και να της κάνει έρωτα μέρα – νύχτα. Η πιο ευτυχισμένη μέρα της μέχρι τώρα ζωής του. Κι από την άλλη η αρρώστια. Δεν ήταν σε θέση να ζωγραφίσει, ούτε καν να της κάνει έρωτα. Όσο κι αν το ήθελε. Δεν θα το ήθελε αυτή. Θα ζούσε με τον μύθο και μόλις το συναντούσε θα απογοητευόταν.

lurvely

Οι μέρες κύλησαν και ήρθε η ημέρα. Έκανε ζεστό μπάνιο, ξυρίστηκε, έβαλε μισό μπουκάλι άρωμα και άνοιξε όπως κάθε πρωί την εξώπορτα παίρνοντας απ’ το γραμματοκιβώτιο την εφημερίδα, αυτή την φορά χωρίς να τον νοιάζει αν υπάρχει γράμμα. Θα ήταν εκεί ολοζώντανη, ύστερα από λίγες ώρες. Και οι ώρες περνούσαν. Βασανιστικά. Ήταν αυτό που λένε, ότι τα χρόνια περνάνε σαν αέρας κι οι στιγμές σαν αιώνας. Προσπάθησε να διαβάσει την εφημερίδα, άνοιξε την τηλεόραση, τίποτα. Το ρολόι λες και ήταν σταματημένο στις δέκα το πρωί. Και πάνω που πήγε να τον πάρει ο ύπνος στον καναπέ, ακούει μια χαμογελαστή φωνή «μωρό μου σήκω απ’ τον καναπέ, έχει ήλιο, πάμε μια βόλτα». Πετάγεται απ’ τον καναπέ προσπαθώντας να ταιριάξει ανεπιτυχώς τα κακοφτιαγμένα του μαλλιά και βλέπει τη γυναίκα του με ένα τεράστιο χαμόγελο να τον περιμένει στην πόρτα και να του δείχνει τον ήλιο έξω απ’ το τζάμι. Τρομαγμένος και σαστισμένος δαγκώνεται, «όχι, λέω να μείνω μέσα» και ταυτόχρονα πέφτει το μάτι του στο τραπεζάκι του τηλεφώνου. Εκεί, κάτω απ’ τον τηλεφωνικό κατάλογο βλέπει μια στοίβα γράμματα. Ήταν τα γράμματα που είχε στείλει ο ίδιος στην όμορφη Γαλλίδα. Μα πως…

Τα γράμματα είχαν σταλεί μα δεν είχαν φύγει ποτέ. Και οι απαντήσεις, ήταν αυτές που ο Γουόλτερ Σκοτ ήθελε να διαβάσει. Το ίδιο και οι φωτογραφίες. Μάριον ποτέ δεν υπήρξε. Ήταν ο ανεκπλήρωτος έρωτας των νεανικών του χρόνων που ξύπνησε μέσα στο άρρωστο πλέον μυαλό του γέρου ζωγράφου. Φόρεσε την καρό τραγιάσκα και το παλτό του και κατηφόρισε προς τη θάλασσα του Ληθ. Δεν γύρισε ποτέ.

 

* δημοσιεύτηκε στις 30/10/12 στο πρότζεκτ onestory.gr

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

Πες το και στους φίλους σου!

Facebook Twitter More...

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 507 other followers

Αρχείο

Creative Commons

Άδεια Creative Commons
Except where otherwise noted, content on this site is licensed under Creative Commons .
%d bloggers like this: